Πέμπτη 31 Μαΐου 2018

Ο Λογισμός Του Ελέους Και Ο Προορατικός Αγιαννανίτης Γέροντας

Ήμουν στο Άγιο Όρος για περιήγηση και προσκύνηση στα ιερά καθιδρύματα των μονών. Καλοκαίρι ήταν θαρρώ. Ένα απόγευμα ήμουν φιλοξενούμενος της ιεράς μονής Ξ.
Μετά το απόδειπνο, ο κηπουρός της μονής, μοναχός, προσκάλεσε τους προσκυνητές της μονής -ήμασταν καμιά δεκαριά- για καφέ και συζήτηση στο κελλί του κήπου.

Το κελλί του κήπου ήταν χτισμένο στη μία άκρη του μεγάλου κήπου της μονής και με την παραδοσιακή πέτρινη αρχιτεκτονική του Αγίου Όρους. Το κελλί είχε ισόγειο και ανώγειο με περιμετρικά ξύλινα μπαλκόνια. Καθίσαμε στο ξύλινο μπαλκόνι του ανωγείου και χαζεύαμε τη δύση του ηλίου απέναντι στη χερσόνησο της Κασσάνδρας.

Ο κηπουρός της μονής μάς έφτιαξε καφέ και μάς τον έφερε μαζί με νηστίσιμα κουλουράκια. Ταυτόχρονα μάς σύστησε έναν ιερομόναχο, ο οποίος άρχισε να μάς ρωτάει από πού ήμασταν, αν είχαμε ξαναέρθει στο Άγιο Όρος, αν πιστεύαμε στο Θεό και άλλα τέτοια. Ήθελε φαίνεται ν’ ανοίξει συζήτηση με πνευματικό περιεχόμενο.

Ένας από την ομάδα των προσκυνητών ρώτησε αν ο Θεός οικονόμησε μετά την κοίμηση του θαυμαστού γέροντος Π. να φανερώσει άλλον στη θέση του, άλλον γέροντα χαρισματικό και πνευματικό.

Ο ιερομόναχος απάντησε ότι υπάρχουν πολλοί και ότι ο Θεός πάντοτε φανερώνει στον κόσμο αγίους και πνευματικούς. Του ζητήσαμε να μάς πει ποιοι ήταν, αν ήξερε κανέναν. Αυτός αρνήθηκε να μάς πει ονόματα, επέμενε όμως ότι υπάρχουν πολλοί και μερικούς τους ήξερε προσωπικά.
Έπειτα έγινε μία συζήτηση για τα διάφορα χαρίσματα και τη διαφορά ανάμεσα στο προορατικό και διορατικό χάρισμα.

Κάποια στιγμή τον ρώτησα πώς μπορεί κάποιος να απαλλαγεί από επίμονους λογισμούς. «Με εξομολόγηση και πνευματικό αγώνα» είπε. «Έχετε παιδιά μου λογισμούς που θα θέλατε να συζητήσουμε; Πολλές φορές ο πονηρός μάς βάζει στο νου λογισμούς για να αδυνατίσει την πίστη μας και να έχουμε αμφιβολίες για τον Θεό» ρώτησε.

«Εγώ, πάτερ, θα μπορούσα να σάς πω έναν λογισμό που έχω και με κατατρέχει καιρό τώρα» είπα. Όλοι έδειξαν ενδιαφέρον, μοναχοί και προσκυνητές.

«Υποθέστε», είπα, «ότι εντελώς αναίτια σκοτώνω κάποιον και μάλιστα με ιδιαίτερα επαχθή τρόπο. Με συλλαμβάνουν και πάω στο δικαστήριο. Το δικαστήριο μού επιβάλλει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Ξέρετε τι σημαίνει ισόβια κάθειρξη; Εικοσιπέντε χρόνια! Ο δικηγόρος μετά θα σου πει ότι ισόβια κάθειρξη είναι στην πραγματικότητα ποινή δώδεκα χρόνων λόγω των ευεργετικών διατάξεων του ελληνικού ποινικού κώδικα, όπως η απόλυση μετά την έκτιση των δύο τρίτων της ποινής, οι εργάσιμες ημέρες που προσμετρούνται διπλές κτλ. Χώρια πάλι οι μειώσεις της ποινής σε μεταγενέστερο στάδιο, η υπό όρους απόλυση λόγω καλής συμπεριφοράς ή λόγω υγείας, οι πενθήμερες ημέρες άδειας κ. ά.»

«Σκεφθείτε», είπα μετά, «ότι πεθαίνεις και παρουσιάζεσαι μπροστά στο ιερό βήμα της δίκαιας κρίσης του Θεού. Και ότι ο Θεός για την ίδια πράξη σε στέλνει στην Κόλαση. Για πόσο καιρό; Για μια αιωνιότητα! Για περισσότερο ακόμα και από μια αιωνιότητα. Τιμωρία χωρίς τέλος! Και ποιες είναι οι ευεργετικές διατάξεις; Πυρ αιώνιο, σκώληξ ακοίμητος, σκότος εξώτερο, βρυγμός των οδόντων!»

«Λοιπόν», συνέχισα, «δεν είναι η τιμωρία δυσανάλογη του παραπτώματος; Είναι δυνατόν η ανθρώπινη δικαιοσύνη να είναι επιεικέστερη της θεϊκής; Αυτός είναι ο λογισμός μου.»

Ο λογισμός κέντρισε την προσοχή όλων. Όλοι περίμεναν ν’ ακούσουν τι θα πει ο ιερομόναχος. Ο ιερομόναχος είπε μερικά κοινότυπα λόγια, έτσι μας φάνηκε τότε. Η ώρα είχε περάσει. Το βράδυ έπεφτε γοργά και έπρεπε να φύγουμε. Οι μοναχοί σηκώθηκαν και έδωσαν το σήμα της λήξης. Σηκωθήκαμε όλοι, τους ευχαριστήσαμε και φύγαμε για το αρχονταρίκι, όπου θα περνούσαμε το βράδυ στους κοιτώνες των προσκυνητών. Πριν φύγω, ο ιερομόναχος με κάλεσε παράμερα και μου έδωσε το όνομα ενός γέροντα με προορατικό χάρισμα. Ήταν ο ιερομόναχος Ι από την Αγία Άννα. ¨Πρέπει να πας να τον δεις» μου τόνισε.

Την άλλη μέρα αποφάσισα να πάω να συναντήσω τον γέροντα Ι. Δύο άλλοι από τους προσκυνητές θέλησαν να έρθουν μαζί μου, όταν τούς είπα ότι ο ιερομόναχος μού αποκάλυψε το όνομα και τη διεύθυνση ενός νεοφανούς προορατικού γέροντος.

Ξεκινήσαμε με τα πόδια νωρίς το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία. Η σκήτη της Αγίας Άννας απέχει αρκετά από την μονή Ξ. Φθάσαμε το απόγευμα στο αρχονταρίκι της σκήτης. Ήταν αργά πια για να επισκεφθούμε τον γέροντα. Ρωτήσαμε τον αρχοντάρη για την ακριβή διεύθυνση του κελιού του και αυτός μάς έκανε ένα πρόχειρο σκαρίφημα του τόπου. Έπειτα καταλύσαμε στο αρχονταρίκι της σκήτης.

Την άλλη μέρα αργά το πρωί, κατηφορίσαμε για το κελλί του ως έλεγαν προορατικού γέροντος. Το κελλί πέτρινο και μικρό. Είχε και μία αυλή με λίγα οπωροφόρα δένδρα. Χτυπήσαμε ένα μεταλλικό μικρό καμπανάκι σφηνωμένο στην εξώπορτα της αυλής. Σε λίγο φάνηκε ένας νέος μοναχός και μας ρώτησε τι θέλαμε. Απαντήσαμε ότι ήρθαμε να επισκεφθούμε τον γέροντα Ι. Μάς είπε να περιμένουμε και πήγε μέσα. Περιμέναμε για λίγα λεπτά. Τέλος ο νέος μοναχός ήρθε και μάς οδήγησε σε ένα μικρό σαλονάκι και μάς προέτρεψε να καθίσουμε μέχρι να έρθει ο γέροντας.
Το σαλόνι είχε δύο παλιούς ξύλινους καναπέδες. Παρατήρησα ότι το πάτωμα ήταν γεμάτο από μία άσπρη σκόνη. Ήταν μαγνησία, αντικολλητική άσπρη σκόνη που χρησιμοποιείται στην κατασκευή θυμιάματος. Το θυμίαμα ήταν το εργόχειρο της συνοδείας του γέροντα.

Ο γέροντας ήρθε σε λίγο μαζί με τον νεαρό μοναχό, ο οποίος έφερε και το παραδοσιακό αγιορείτικο κέρασμα, δηλαδή καφέ, λουκούμι και νερό. Νερό αντί ρακής. Σηκωθήκαμε αμέσως και πήγαμε να του φιλήσουμε το χέρι. Αυτός αποτραβήχτηκε ταπεινά και μάς κάλεσε να κεραστούμε.
Ο γέροντας ήταν κάπου εξήντα πέντε χρονών, κοντός κι αδύνατος πολύ, με άσπρα μακριά γένια. Μάς ρώτησε ποιοί ήμασταν, από πού ερχόμασταν και γιατί πήγαμε να τον επισκεφθούμε.

Είπαμε γενικά ότι πήγαμε να προσκυνήσουμε. Θυμήθηκα ότι ο ιερομόναχος στην ιερά μονή Ξ μού τόνισε ότι για κανένα λόγο δεν έπρεπε να πω ποιός μάς στέλνει, ούτε να κάνω λόγο για χαρίσματα και τέτοια. Είπαμε διάφορα τυπικά, αλλά σε λίγο σιωπούσαμε αμήχανοι. Η επίσκεψη φαινόταν να οδεύει στο τέλος της.

Αφού ήρθατε μέχρις εδώ τότε να σας πω μια ιστορία για πνευματική ωφέλεια. Εμένα μου αρέσει πολύ η Παλαιά Διαθήκη και γι’ αυτό θα σας πω μια ιστορία που μοιάζει να είναι παλαιοδιαθηκική» είπε σε μια στιγμή ο γέροντας με ήρεμο τόνο χαμογελώντας ελαφρά. Και συνέχισε.

«Κάποτε στα αρχαία χρόνια, ο Κύρος, ο βασιλιάς της περσικής αυτοκρατορίας, πήγε στο ιερό όρος των αρχαίων Περσών να προσευχηθεί στους θεούς, ώστε να του χαρίσουν ένα παιδί, έναν γιο, έναν διάδοχο. Είχε οχτακόσιες γυναίκες και τρεις χιλιάδες παλλακίδες, αλλά καμιά δεν έμενε έγκυος, καμιά δεν του χάριζε ένα παιδί. Ήταν βαθύτατα θλιμμένος και συντετριμμένος.

Τίποτα πια δεν τον ευχαριστούσε στη ζωή. Στο βουνό εκείνο πήγε μόνος, χωρίς εφόδια, ξυπόλητος. Νήστεψε σαράντα μέρες και με πόνο ψυχής παρακαλούσε τους θεούς να του χαρίσουν ένα παιδί, όσο ήταν ακόμα καιρός.

Καθώς κατέβαινε από το βουνό, μετά από σαράντα μέρες νηστείας και προσευχής, σκονισμένος και εξουθενωμένος, είδε μακριά απέναντι σκόνη από καβαλάρηδες που έτρεχαν προς το μέρος του.
Ήταν η αυτοκρατορική του φρουρά που με δυνατές φωνές και αλαλαγμούς τού ανακοίνωναν, όταν έφταναν κοντά του, ότι μία από τις γυναίκες του ήταν έγκυος. Ο Κύρος έπεσε αμέσως με μια κραυγή στο έδαφος κλαίγοντας. Ήταν όμως μεγάλα δάκρυα χαράς και ευχαριστίας αυτά τα δάκρυα που ανέβλυζαν από τα μάτια του. Διέταξε αμέσως ότι εκείνη την ημέρα κάθε κάτοικος της αχανούς τότε περσικής αυτοκρατορίας θα έπαιρνε ένα ασημένιο νόμισμα από τα βασιλικά θησαυροφυλάκια, ως δώρο για την καλή είδηση.
Ο καιρός περνούσε και μετά από μερικούς μήνες η έγκυος εκείνη γυναίκα τού έφερε στον κόσμο ένα παιδί, έναν γιο. Τα πανηγύρια του ερχομού του βάσταξαν σαράντα μέρες. Ο Κύρος διέταξε ότι όλοι οι κάτοικοι θα σιτίζονταν δωρεάν για σαράντα μέρες, όσο θα διαρκούσαν δηλαδή οι γιορτές, και ότι θα αποζημιώνονταν με ένα χρυσό νόμισμα, με έναν δαρεικό, για κάθε μέρα που θα κρατούσαν οι γιορτές.

Έτσι και έγινε. Η γενναιοδωρία του βασιλιά Κύρου διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και θαυμάστηκε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν τον φιλανθρωπο βασιλιά. Από εκείνη τη στιγμή, ο Κύρος βρισκόταν συνέχεια μαζί με το γιο του. Ότι και να έκανε, ο γιος του ήταν πάντα μαζί του. Επιτέλους η περσική αυτοκρατορία είχε διάδοχο! Το παιδί μεγάλωνε και ο Κύρος το υπεραγαπούσε, εξάλλου καμιά του γυναίκα από κει και πέρα δεν θα τού έκανε άλλο παιδί. Το παιδί θα ήταν τελικά μοναχοπαίδι.

Ο Κύρος είχε συνήθεια να ταξιδεύει στο βασίλειό του και να επισκέπτεται διάφορες πόλεις της επικράτειάς του. Και πάντοτε έπαιρνε και το παιδί του μαζί, δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Έτσι μία φορά βρέθηκε στην Τύρο, λαμπρή πόλη της αρχαίας Φοινίκης.

Εκείνη την εποχή, μία άγρια και βάρβαρη φυλή, οι Φιλισταίοι, εισέβαλλε ξαφνικά στην περσική αυτοκρατορία και σκορπούσε παντού γύρω της το θάνατο. Κούρσευε πόλεις, διαγούμιζε θησαυρούς, κατέστρεφε σπίτια και σοδειές, εξολόθρευε ανθρώπους, σκότωνε ακόμα γέρους, γυναίκες και παιδιά.
Η συγκυρία το έφερε έτσι, ώστε οι βάρβαροι να πολιορκούν την Τύρο, τη στιγμή που ήταν και ο Κύρος μέσα. Περικύκλωσαν την πόλη, έστησαν πολιορκητικές μηχανές, έκοψαν τα νερά της πόλης και περίμεναν πότε θα παραδοθεί για να την καταστρέψουν.

Όσο η πολιορκία συνεχιζόταν, τα τρόφιμα σπάνιζαν και ο κόσμος άρχιζε να πεθαίνει από πείνα, δίψα και άλλες κακουχίες. Στρατός να ερχόταν να λύσει την πολιορκία δεν φαινόταν πουθενά, γιατί κανένας, εκτός από τους πολιορκημένους, δεν ήξερε ότι οι βάρβαροι πολιορκούσαν την Τύρο. Και πώς να το μάθουν;

Όταν άρχισε ο λαός της Τύρου να υποφέρει σοβαρά, ο Κύρος διέταξε να σταλούν το βράδυ κρυφά έξω από την πόλη αγγελιοφόροι με σκοπό να ειδοποιήσουν τον περσικό στρατό, ώστε να μαζευτεί και να έρθει προς αντιμετώπιση των βαρβάρων. Ο αγγελιοφόρος που θα κατόρθωνε να περάσει τις γραμμές του εχθρού, θα έπρεπε να κάνει ένα ειδικό σήμα με φωτιά, όταν θα ήταν μακριά, ώστε να ειδοποιήσει τους πολιορκούμενους γα την επιτυχή έκβαση της απόπειρας.

Μετά από διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες, ένα βράδυ στάλθηκαν κρυφά έξω από την πόλη και σε διάφορες κατευθύνσεις δεκαεπτά αγγελιοφόροι. Μετά από μερικές ώρες, μακριά στον ορίζοντα, φάνηκε μία φωτιά να κάνει το συμφωνημένο σήμα. ΄Ενας είχε περάσει!

Χάραζε. Οι βάρβαροι, εκτός των διατεταγμένων φρουρών, κοιμόταν ήσυχοι στις σκηνές τους. Ξαφνικά ακούστηκαν διαπεραστικές σάλπιγγες να σχίζουν τον αέρα με το στριγκό ήχο τους. Τι έγινε αναρωτιόντουσαν οι βάρβαροι αγουροξυπνημένοι. Μέσα στο ημίφως και το πρωινό αγιάζι έστρεψαν τα μάτια τους προς την πόλη, από όπου ακούγονταν οι σάλπιγγες. Και τι να δουν με τα θαμπά τους μάτια; Ο ίδιος ο μέγας βασιλιάς, ο βασιλιάς των βασιλέων, ο ίδιος ο Κύρος βρισκόταν στις επάλξεις της Τύρου ντυμένος με τη χρυσή στολή του. Αμέσως έτρεξαν προς τα τείχη για να δουν καλύτερα. Ναι, χωρίς αμφιβολία, ήταν ο ίδιος ο Κύρος! Δεν ήξεραν ότι αυτός βρισκόταν εκεί μέσα πολιορκούμενος!

Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι κάτω από τα τείχη, ο Κύρος διέταξε να σταματήσουν οι σάλπιγγες. Μόλις σταμάτησαν οι σάλπιγγες, ο Κύρος φέρνει μπροστά του ένα μικρό παιδί ντυμένο με λαμπρή, χρυσή στολή. Βγάζει τότε το σπαθί του, το σηκώνει ψηλά και με μια απότομη κίνηση κόβει το κεφάλι του παιδιού. Το σώμα του μικρού παιδιού πέφτει προς τα μέσα και ο Κύρος πετά το κομμένο κεφάλι στους βάρβαρους κάτω.

Οι βάρβαροι μαζεύονται όλοι έκπληκτοι γύρω από το κομμένο κεφάλι του παιδιού. Ανακαλύπτουν με φρίκη ότι είναι το κεφάλι του μονάκριβου, πολυαγαπημένου παιδιού του Κύρου! Του διάδοχου της περσικής αυτοκρατορίας!

Μέσα σε απόλυτη σιωπή ο Κύρος λέει: Βάρβαροι, σήμερα το βράδυ αγγελιοφόροι έφυγαν κρυφά από την πολιορκημένη πόλη και πέρασαν τις γραμμές σας. Σε λίγο ένας τεράστιος στρατός θα ετοιμασθεί και θα έρθει προς καταδίωξή σας. Τότε όταν τα στρατεύματά μου θα σάς σφάζουν, οι γυναίκες σας θα πέφτουν μπροστά στα πόδια μου τείνοντας προς εμένα τα παιδιά σας και θα εκλιπαρούν με δάκρυα και γόους το έλεος μου. Έλεος φιλάνθρωπε βασιλιά θα φωνάζουν! Έλεος! Κι εγώ που είμαι φύση αγαθή και ελεήμων βασιλιάς, λίγο λίγο, σιγά σιγά, θα συγκινηθώ από τα παρακάλια και τις ικεσίες τους και στο τέλος θα χαρίσω, στις γυναίκες και στα παιδιά σας, τη ζωή. Αλλά τώρα, το άδικα χυμένο αίμα του αθώου μου παιδιού θα με εμποδίσει να σάς δείξω έλεος!

Αυτά είπε ο Κύρος και έφυγε. Οι βάρβαροι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους σιωπηλά πολύ σκεφτικοί. Χωρίς καν να το συζητήσουν έλυσαν την πολιορκία την ίδια στιγμή. Άφησαν πίσω τους ένα σωρό, έμοιαζε με λόφο, ένα λόφο με όλα τα πολύτιμα πράγματα που διαγούμισαν από τόσες πόλεις και λαούς που συνάντησαν στο διάβα τους. Τα άφησαν ανάθημα στον Κύρο τιμώντας τον. Λένε μάλιστα πως αποφάσισαν να ζήσουν από εκεί και πέρα μακριά, στην άγνωστη και έρημη χώρα με τους μεγάλους πάγους, γιατί εξαφανίστηκαν από προσώπου γης»

Ο γέροντας σταμάτησε. Γύρισε αργά, σήκωσε τα μάτια και με κοίταξε. «Ο καλός Θεός, παιδί μου, ο αγαθός αυτός Πατέρας, έσφαξε τον μονάκριβο, μονογενή του γιο για μας. Το άδικα χυμένο αίμα του σταυρωμένου του παιδιού θα τον εμποδίσει να μάς δείξει έλεος;.




Γίνετε μέλη στη σελίδα μας στο Facebook: "ΕΔΩ"